διαφυγή, απώλεια υγρού ή αερίου από έναν κλειστό χώρο, εξαιτίας κάποιας τεχνικής βλάβης
Π.χ.: Νότισε ο τοίχος από διαρροή νερού
δειλινό
το χρονικό διάστημα λίγο πριν ή λίγο μετά τη δύση του ηλίου
ο εφήμερος, -η, -ο
για έντομο ή για φυτό που η ζωή του διαρκεί μία μέρα και με επέκταση, λίγες ώρες έως λίγες μέρες. || (ως ουσ.) το εφήμερο. Αυτός που, εξαιτίας της φύσης του ή του χαρακτήρα του, δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ (για να δηλώσουμε τη ματαιότητα των προσκαίρων):
π.χ.: H ζωή είναι εφήμερη, δεν είναι αιώνια. H δόξα περνάει, είναι εφήμερη. Mη ζητάς εφήμερες χαρές.
θροΐζω
Κάνω ελαφρύ και συνεχή ήχο, που παράγεται κυρίως από την κίνηση και την τριβή των φύλλων των δέντρων:
Π.χ.: τον νανούρισε το θρόισμα των φύλλων
μονόχνοτος
μονόχνοτος, -η, -ο (επίθετο): αυτός που δε θέλει να έχει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, προτιμάει τη μοναξιά.
νεοκλασικό σπίτι
Τα Nεοκλασικά ελληνικά κτίρια είναι εκείνα που χτίστηκαν στην αρχή της δημιουργίας της νέας Ελληνικής πρωτεύουσας της Αθήνας, από τους Βαυαρούς κυρίως αρχιτέκτονες αλλά και από Έλληνες αρχιτέκτονες με ανάλογη παιδεία.
Π.χ.: Αυτό το νεοκλασικό κτίριο κρίθηκε διατηρητέο.
ντόμπρος
ντόμπρος, -α, -ο (επίθετο): αυτός που είναι ειλικρινής και δεν υποκρίνεται, που μιλάει δηλαδή ανοιχτά και ξεκάθαρα, χωρίς να κρύβει τις διαθέσεις του.
πλανόδιος
Ο έμπορος που περιφέρεται στους δρόμους, χωρίς μόνιμη εγκατάσταση.
Π.χ. πλανόδιος μικροπωλητής / φωτογράφος / ψαράς / μανάβης / θίασος.
ρυπαίνω
λερώνω, βρομίζω
Π.χ.: Μη ρυπαίνετε τη θάλασσα
συλλογή
η συλλογή: σημαίνει την επίμονη και βαθιά σκέψη (αντιστοιχεί στο ρήμα συλλογίζομαι). Συχνότερα όμως συλλογή σημαίνει μα σειρά από ίδια αντικείμενα που μαζεύει κάποιος γιατί τον ενδιαφέρουν ή γιατί έχουν κάποια αξία (αντιστοιχεί στο ρήμα συλλέγω), π.χ.: Ο αδελφός μου έχει συλλογή γραμματοσήμων.