Μαθήματα Ενότητας
Κείμενα από το Ανθολόγιο
Η πορεία προς το μέτωπο
Το κείμενο του σχολικού βιβλίου είναι η αρχή από το πρώτο ανάγνωσμα του έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί», με τίτλο «Η πορεία προς το μέτωπο». Ο ποιητής υπηρετούσε στο στρατιωτικό σώμα που στις 7 Ιανουαρίου του 1941 πήρε διαταγή να πορευτεί στη γραμμή Χιμάρας-Τεπελενίου, για να αντικαταστήσει το σύνταγμα της Άρτας, που είχε μεγάλες απώλειες.
Η διαταγή φτάνει στους φαντάρους την ημέρα του Αϊ – Γιάννη, ημέρα γιορτής. Μόλις έχουν αρχίσει να συνηθίζουν τις απλές χαρές και την ηρεμία της ειρηνικής ζωής, και καλούνται να πάνε πάλι στο μέτωπο. Εκεί οι συνθήκες είναι σκληρές, δεν υπάρχει χαρά ούτε ξεκούραση, και οι ήχοι της ειρήνης δίνουν τη θέση τους στους ήχους του πολέμου.
Βαδίζουν ασταμάτητα και μόνο τη νύχτα, σαν τους τυφλούς, γιατί φοβούνται τις εχθρικές αεροπορικές επιδρομές. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ψιχαλίζει, με αποτέλεσμα να δημιουργείται λάσπη, να κολλούν τα πόδια τους και πολλές φορές να βουλιάζουν μέχρι το γόνατο. Στις λιγοστές στάσεις τους, από την κούραση και τη θλίψη που νιώθουν, δε μιλούν μεταξύ τους, παρά μόνο μοιράζονται μερικές σταφίδες και προσπαθούν να ξεγελάσουν μ’ αυτές την πείνα τους. Όποτε μπορούν λύνουν τα ρούχα τους για να ξυστούν γιατί είναι γεμάτοι ψείρες και η φαγούρα είναι πιο ανυπόφορη κι από την κούραση. Ο ήχος της σφυρίχτρας δίνει το σύνθημα της εκκίνησης και οι στρατιώτες συνεχίζουν την πορεία τους μέσα στη νύχτα, για να προλάβουν το ξημέρωμα.
Η αφήγηση του κειμένου (1η και 3η παράγραφος από τον Μάνο Κατράκη):
Λίγα λόγια για την ποιητική γλώσσα
Πολλές φορές ένας ποιητής χρησιμοποιεί σύνθετες ή νέες, ασυνήθιστες λέξεις, που δεν τις χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα. Αυτό γίνεται για να ξεχωρίζει η γλώσσα της λογοτεχνίας από τη γλώσσα της καθημερινής ζωής, για να δημιουργεί ωραία εντύπωση σε αυτούς που διαβάζουν το λογοτεχνικό κείμενο.
Έτσι π.χ. η λέξη εκαταβούλιαζε είναι σύνθετη λέξη από το κατά+βούλιαζε, αλλά δεν τη χρησιμοποιούμε στον καθημερινό μας λόγο. Όταν μιλάμε ή όταν γράφουμε, λέμε συνήθως βούλιαζε πάρα πολύ. Βλέπουμε όμως πόσο πιο ωραία περιγράφει το ρήμα εκαταβούλιαζε την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι στρατιώτες και πόσο μεγάλη εντύπωση μας κάνει. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιείται ποιητικά η λέξη φορές, που σημαίνει μερικές φορές, η φράση να κινήσουμε, που σημαίνει να προχωρήσουμε κτλ.
Λίγα λόγια για την ερμηνεία των ποιημάτων
Ο καθένας μας καταλαβαίνει με διαφορετικό τρόπο ένα στίχο ή μια ποιητική φράση. Αυτό μπορεί να εξαρτάται από τις γνώσεις και τις εμπειρίες που έχουμε, το χαρακτήρα μας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα κτλ. Συχνά στην κατανόηση ενός ποιήματος μας βοηθάνε ορισμένα στοιχεία όπως ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται το κείμενο, πληροφορίες από τη ζωή του ποιητή, η εποχή που γράφτηκε κτλ.
Ξημερώνοντας του Αγιαννιού: Όταν ξημέρωνε του Αϊ-Γιάννη, του Αγίου Ιωάννη, δηλαδή τα ξημερώματα της 7ης Ιανουαρίου του 1941.
…να κινήσουμε… για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες: να προχωρήσουμε προς το μέτωπο, όπου δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στις καθημερινές και στις γιορτές, τις αργίες. Η φράση αυτή δείχνει τις σκληρές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι στρατιώτες στον πόλεμο, όπου όλες οι μέρες είναι ίδιες, μονότονες και άσχημες. Οι κακουχίες και οι δυσκολίες διαδέχονται η μία την άλλη και δεν υπάρχουν στιγμές χαράς και γιορτής.
η σκόλη (ουσ.): ημέρα αργίας ή γιορτής. Το ουσιαστικό η σκόλη, χρησιμοποιείται στην ποιητική γλώσσα αντί του σχόλη. Σχετίζεται με τις λέξεις σχολή και σχολείο, που αρχικά ήταν το μέρος όπου οι άνθρωποι περνούσαν το χρόνο τους μαθαίνοντας.
να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί: να φτάσουμε και να αντικαταστήσουμε το στρατιωτικό σύνταγμα της Άρτας στην πρώτη γραμμή του μετώπου.
Χιμάρα: περιοχή της Αλβανίας, όπου ο ελληνικός στρατός πολέμησε τους Ιταλούς.
Τεπελένι: πόλη της Αλβανίας, στην περιοχή όπου ο ελληνικός στρατός πολέμησε τους Ιταλούς.
στα γλυκά τριξίματα της γης: σύμφωνα με την άποψη των ανθρώπων που ζουν στη φύση, αν βρεθεί κάποιος στα χωράφια κι έχει ησυχία, αν προσέξει, μπορεί να ακούσει ένα ελαφρό τρίξιμο που κάνουν τα φυτά καθώς μεγαλώνουν.
συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου: το ακούγαμε και προσπαθούσαμε να το επαναλάβουμε για να συνηθίσουμε το άκουσμά του. Η φράση αυτή μας δίνει να καταλάβουμε ότι οι στρατιώτες στα μετόπισθεν συνήθιζαν σιγά σιγά και πάλι την καθημερινή ζωή.
ο αχός (ουσ. χωρίς πληθ., που χρησιμοποιείται λογοτεχνικά): ο συνεχόμενος και μπερδεμένος ήχος, π.χ. ο αχός της τρικυμισμένης θάλασσας.
το αχολόι (ουσ. χωρίς πληθ., που χρησιμοποιείται λογοτεχνικά): το συνεχόμενο βουητό που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από πού έρχεται.
ίδια τυφλοί: όμοια με τυφλούς, σαν τυφλοί. Η λέξη ίδια εδώ χρησιμοποιείται ως επίρρημα και ολόκληρη η φράση θα ήταν ίδια όπως βαδίζουν οι τυφλοί, αλλά στην ποιητική γλώσσα δε χρησιμοποιείται ολόκληρη.
εκαταβούλιαζε: παρατατικός του ρήμ. καταβουλιάζω, που χρησιμοποιείται μόνο ποιητικά: βούλιαζε πολύ βαθιά.
δαδί (ουσ.): κομμάτι ξύλου που έχει ρετσίνι (π.χ. πεύκου). Ανάβει εύκολα και δεν καίγεται αμέσως, γι’ αυτό και οι άνθρωποι παλιότερα, ιδιαίτερα όταν τους έβρισκε η νύχτα στο ύπαιθρο και δεν είχαν άλλο φως, άναβαν ένα τέτοιο κομμάτι ξύλου για να βλέπουν.
βολετός, -ή, -ό (επίθ.): εύκολος, δυνατός, εφικτός, αυτός που βολεύει.
πιο… ανυπόφερτο: περισσότερο ανυπόφορο.
σαν τα ζα: σαν τα ζώα
πριχού: (επίρρημα που χρησιμοποιείται μόνο ποιητικά): προτού, πριν.
Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο!
Παιδιά, της Ελλάδας παιδιά
(σε ποίηση Μ. Τραϊφόρου και μουσική Μ. Σουγιούλ)
Μες στους δρόμους τριγυρνάνε
οι μανάδες και ζητάνε ν’ αντικρίσουνε
τα παιδιά τους που ορκιστήκαν
στο σταθμό σαν χωριστή καν, να γυρίσουνε.
Μα για κείνους πο ’χουν φύγει
και η δόξα τους τυλίγει ας χαιρόμαστε
και καμιά ποτέ ας μην κλάψει
κάθε πόνο της ας θάψει κι ας ευχόμαστε:
Λέω σ’ όσες ξαγρυπνάνε
και για κάποιον ξενυχτάνε και στενάζουνε
πως η πίκρα κι η τρεμούλα
σε μια γνήσια Ελληνόπουλα δεν ταιριάζουνε.
Ελληνίδες του Ζαλόγγου
και της πόλης και του λόγκου και Πλακιώτισσες,
όσο κι αν πικρά πονούμε
υπερήφανα ας το πούμε σαν Σουλιώτισσες:
Επωδός:
Παιδιά, της Ελλάδας παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά.
Παιδιά, στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να ’ρθετε ξανά.
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερινό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Άουσβπς. του Νταχάου κοπέλες
μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι
δεν είχε πια το φόρεμά της ούτε χτενάκι στα μαλλιά.
Η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και του αδερφού της τα φιλιά
κοπέλες του Μαουτχάουζεν, κοπέλες του Μπέλσεν
την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι
με κίτρινο άστρο στην καρδιά
(Μαουτχάουζεν, του Ιάκωβου Καμπανέλλη, μελοποιημένο από το Μίκη Θεοδωράκη)
Μαλαματένια λόγια
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Μόνος Ελευθερίου
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιζες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετιλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς
Η πείνα
Κατοχή
Οι Σαλταδόροι (το ξυπόλητο τάγμα)
Κάποιοι από αυτούς πηδούσαν πάνω στο αυτοκίνητο, κρυφά, και άρχισαν να ρίχνουν ό,τι είδη προμήθειας έβρισκαν μπροστά τους ενώ τα υπόλοιπα μέλη έτρεχαν από πίσω και μάζευαν όσα πετούσαν οι πρώτοι. Μόλις ολοκληρωνόταν το ντου, τα παιδιά πηδούσαν από το αυτοκίνητο και όλοι χωρίζονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις ώστε να μην μπορέσουν να τους εντοπίσουν.
ΣΑΛΤΑΔΟΡΟΣ
Ένα γνωστό τραγούδι για το συγκεκριμένο θέμα. Περιγράφει τρόπους δράσης και έπαθλα των σαλταδόρων. Γράφτηκε από τον ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη στην Κατοχή.
Μετά τον εμφύλιο κυκλοφόρησε σε μια άλλη εκδοχή με τίτλο Οι Σαλταδόροι, από τον Ελληνοαμερικανό συνθέτη του ρεμπέτικου Γιώργο Κατσαρό.
Στην αρχική εκτέλεση το γνωρίσαμε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του΄80, μια που είναι γνωστό ότι για πολλά χρόνια αυτά τα τραγούδια απαγορευόταν να παίζονται δημόσια.
Στίχοι/Μουσική: Μιχάλης Γενίτσαρης
Ζηλεύουνε δεν θέλουνε
ντυμένο να με δούνε
μπατίρη θέλουν να με δουν
για να φχαριστηθούνε.
Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
τη ρεζέρβα να τους πάρω.
Μα ‘γω πάντα βολεύομαι
γιατί τηνε σαλτάρω
σε καν’ αμάξι Γερμανού
και πάντα τη ρεφάρω.
Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
τη ρεζέρβα να τους πάρω.
Βενζίνες και πετρέλαια
εμείς τα κυνηγάμε
γιατ’ έχουμε πολλά λεφτά
και μόρτικα γλεντάμε.
Σάλτα ρίξε τη ρεζέρβα
γίνε ντου και σήκω φεύγα.
Οι Γερμανοί μας κυνηγούν
μα εμείς δεν τους ακούμε
εμείς θα τη σαλτάρουμε
ώσπου να σκοτωθούμε.
Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
τη ρεζέρβα να τους πάρω.