Το αρσενικό με τη θηλυκό κλίνονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Πώς γράφονται τα επίθετα αυτά στη γενική πληθυντικού:
Όσα επίθετα σε -ης, -ης, -ες είναι παροξύτονα, δηλαδή τονίζονται στην παραλήγουσα, στη γενική του πληθυντικού κατεβάζουν τον τόνο στη λήγουσα.
Επίσης, τα επίθετα σε «-ώδης» στη γενική του πληθυντικού αριθμού κατεβάζουν τον τόνο στη λήγουσα·
π.χ. ο/η ελώδης, το ελώδες → των ελωδών.
Τα επίθετα σε «-ώδης» γράφονται με ω.
Σημείωση: Με τον ίδιο τρόπο μπορώ να κλίνω επίθετα που συναντώ συχνά σε κείμενα, όπως τα: υγιής, διεθνής, συνεπής, ακριβής, διαρκής, σαφής κ.ά.
Πώς γράφονται τα επίθετα αυτά στο ουδέτερο γένος:
Όσα από τα επίθετα αυτά είναι παροξύτονα (τονίζονται στην παραλήγουσα), στο ουδέτερο γένος ανεβάζουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα- π.χ. ο/η συνήθης → το σύνηθες. Εξαιρούνται τα επίθετα σε –ώδης (ο δασώδης, ο ελώδης, ο ευώδης κ.ά.), τα οποία στο ουδέτερο γένος διατηρούν τον τόνο στην παραλήγουσα και – π.χ. ο/η ελώδης, το ελώδες.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Πολλά από τα επίθετα αυτά όπως ο συγγενής, ο ασθενής, ο ιθαγενής και ο ευγενής χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά (στο αρσενικό γένος). Τότε σχηματίζουν τη γενική: του συγγενή, του ευγενή.
Τα επίθετα σε -ης, -ης, -ες σχηματίζουν επιρρήματα σε «-ως». π.χ. επιεικής → επιεικώς (Τους βαθμολόγησε επιεικώς) ακριβής → ακριβώς (Έκανε ακριβώς το ίδιο).
Επίθετα σε -ης
Επίθετα σε -ης
Διαδρομές στην πόλη
Λόγια θηλυκά ουσιαστικά σε -ος
Τα θηλυκά ουσιαστικά που λήγουν σε -ος έχουν διατηρήσει στnν κλίση τους τύπους από παλαιότερες μορφές τnς ελληνικής γλώσσας (λόγια κλίση). Από αυτά άλλα τονίζονται στη λήγουσα (οξύτονα), άλλα στην παραλήγουσα (παροξύτονα) και άλλα στην προπαραλήγουσα (προπαροξύτονα) . Στα οξύτονα και στα παροξύτονα κατά την κλίση τους δε μετακινείται ο τόνος, δηλαδή σε όλες τις πτώσεις τονίζονται στnν ίδια συλλαβή:
π.χ. η κιβωτός → της κιβωτού, των κιβωτών, τις κιβωτούς η οδός → της οδού, των οδών, τις οδούς η ψήφος → της ψήφου, των ψήφων, τις ψήφους η λεωφόρος → της λεωφόρου, των λεωφόρων, τις λεωφόρους. Στα προπαροξύτονα όμως στη γενική του ενικού και στη γενική και στην αιτιατική του πληθυντικού ο τόνος κατεβαίνει στην παραλήγουσα: π.χ. n διάλεκτος → της διαλέκτου, των διαλέκτων, τις διαλέκτους η πρόοδος → της προόδου, των προόδων, τις προόδους.